Εναλλακτική Επιλογή με Βαρύ Βιογραφικό

με επικεντρο πρωτιστως τον ανθρωπισμο, οχι το κομμα, οχι αποκλειστικα τους αριθμους, οχι τους «ημετερους»

Ουδείς έχει αμφισβητήσει τις καλές προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα. Εκεί όπου εντοπίζεται η διαρκής κριτική είναι στις γνώσεις και στις διοικητικές του ικανότητες σε κρίσιμα πεδία της οικονομικής και δημόσιας πολιτικής — και όχι χωρίς λόγο. Παρότι στο παρελθόν απέδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία για τον χώρο της Αριστεράς, αυτό δεν συνιστά εγγύηση ότι μπορεί να το επαναλάβει υπό τις σημερινές συνθήκες. Κυρίως, μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιάσει πειστικές ενδείξεις ότι έχει αποκτήσει τα εργαλεία για να κατανοήσει και να επιλύσει δομικά προβλήματα της χώρας: την πάταξη καρτέλ και ολιγοπωλίων μέσω ενίσχυσης του ανταγωνισμού, τον περιορισμό του κρατισμού και ουσιαστικές αποκρατικοποιήσεις, την ενδυνάμωση της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών, την επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης — και πολλά ακόμη. Πολλά από αυτά είχε την ευκαιρία να τα υλοποιήσει κατά τη θητεία του ως πρωθυπουργός. Δεν το έκανε.

Στον αντίποδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προβάλλεται ως γνώστης και υπέρμαχος φιλελεύθερων πρακτικών. Επί του πρακτέου, ωστόσο, κινείται συχνότερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, τα ολιγοπώλια σε ενέργεια και τρόφιμα ενισχύθηκαν, απορροφώντας σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Παράλληλα, καταγράφηκαν φαινόμενα εκτεταμένης διαφθοράς και ελλιπούς λογοδοσίας, με υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη και οι υποκλοπές να τροφοδοτούν τη δημόσια συζήτηση, ενώ η κυβέρνηση του πολλάκις έχει εισέλθει στο στόχαστρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για αυτά τα ζητήματα. Διεθνείς οργανισμοί έχουν, επίσης, επισημάνει πιέσεις στην ελευθερία του Τύπου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης εμφανίζονται περισσότερο επικοινωνιακές παρά ουσιαστικές. Την ίδια στιγμή, για να θωρακίσει την εσωκομματική του θέση, συγκρότησε ένα υπερδιογκωμένο υπουργικό συμβούλιο άνω των εξήντα μελών, μέσα από το οποίο έχει περάσει σχεδόν το σύνολο της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας — μια πρακτική που, κατά τους επικριτές του, εξασφαλίζει σιωπή και πειθηνία.

Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ένας «συνδυασμός» των δύο — οι βασικές οικονομικές γνώσεις του ενός με την ηθική συγκρότηση του άλλου — θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις σε χρόνια αδιέξοδα. Ένας τέτοιος συγκερασμός, προφανώς, δεν είναι εφικτός. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει σήμερα πολιτικός ηγέτης που να ενσωματώνει αυτά τα ζητούμενα.

Σίγουρα δεν τα συγκεντρώνουν, κατά την ίδια οπτική, οι Νίκος Ανδρουλάκης, Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκος Βελόπουλος, Σωκράτης Φάμελλος, Αντώνης Σαμαράς, Δημήτρης Κουτσούμπας και Αφροδίτη Λατινοπούλου, οι οποίοι κινούνται ανάμεσα στον λαϊκισμό, την περιορισμένη οικονομική επάρκεια, τον κρατισμό και αντιφιλελεύθερες αντιλήψεις.

Υπάρχει, ωστόσο, μια πολιτική περίπτωση που είναι η εξαίρεση, με ένα βαρύ βιογραφικό που συνδυάζει:

  • σπουδές στα οικονομικά σε κορυφαίο πανεπιστήμιο
  • πολυετή εμπειρία και «ένσημα» στον ιδιωτικό τομέα
  • επιτυχημένη διεθνή επιχειρηματική δράση
  • αποδεδειγμένες διαπραγματευτικές και διοικητικές ικανότητες
  • γνώση τεσσάρων ξένων γλωσσών
  • μη-κομματική κληρονομικότητα, μη-τέκνο του κομματικού σωλήνα
  • μηδενική διαχείριση δημόσιου χρήματος και πλήρη απουσία έστω και σκιών κακοδιαχείρισης του
  • Ένα πρόσωπο οικονομικά και πολιτικά ανεξάρτητο από διάφορα επιχειρηματικά κέντρα και κλάδους,
  • Ένα πρόσωπο, που —όπως τονίζεται— με επίκεντρο πρωτίστως τον ανθρωπισμό, όχι το κόμμα, όχι αποκλειστικά τους αριθμούς, και σίγουρα όχι τους «ημέτερους».

Το ερώτημα τίθεται αβίαστα: αν προσεγγίσουμε ψύχραιμα τα δεδομένα, χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, δε θα άξιζε ένας τέτοιος άνθρωπος να δοκιμαστεί στη διακυβέρνηση της χώρας;

Η απάντηση που προτείνεται από τους θιασώτες αυτής της ανάγνωσης έχει όνομα: Στέφανος Κασσελάκης

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Απάντηση