Όταν η φωτιά φτάνει στην πόρτα σου
30 χρόνια πυρκαγιών, δικαιολογιών και ευθύνης
Το μήνυμα έρχεται στο κινητό.
Εκκένωση.
Κοιτάζεις έξω από το παράθυρο και ο ουρανός δεν είναι πια γαλάζιος. Είναι πορτοκαλί. Ο καπνός έχει σκεπάσει τη γειτονιά και η μυρωδιά του καμένου έχει ήδη μπει μέσα στο σπίτι.
Και τότε αρχίζει το πιο σκληρό δίλημμα:
Τι παίρνεις μαζί σου όταν έχεις λίγα λεπτά για να χωρέσεις μια ολόκληρη ζωή μέσα σε ένα αυτοκίνητο;
Τα παιδιά. Τους ηλικιωμένους γονείς. Τα φάρμακα. Τα κατοικίδια. Ταυτότητες και έγγραφα.
Και μετά;
Τις φωτογραφίες των παιδιών σου; Εκείνο το κουτί με τις αναμνήσεις των γονιών σου;
Τι αφήνεις πίσω;
Το σπίτι για το οποίο δούλεψες μια ζωή. Το χωράφι που ήταν του πατέρα σου. Τις ελιές που φύτεψε ο παππούς σου. Το μικρό μαγαζί που κρατά οικονομικά όρθια την οικογένειά σου.
Κλείνεις την πόρτα χωρίς να ξέρεις αν θα την ανοίξεις ξανά.
Μπαίνεις στο αυτοκίνητο. Κοιτάζεις στον καθρέφτη τα παιδιά σου να φοβούνται και προσπαθείς να δείξεις ψύχραιμος, ενώ μέσα σου υπάρχουν μαζί φόβος, αγωνία, απελπισία.
Και οργή.
Γιατί πάλι;
Γιατί πάλι καίγονται δάση, σπίτια και περιουσίες;
Γιατί, ύστερα από τόσες καταστροφές, τόσες εξαγγελίες και τόσα χρήματα, ο Έλληνας εξακολουθεί κάθε καλοκαίρι να αναρωτιέται αν αυτή τη φορά η φωτιά θα φτάσει στη δική του πόρτα;
Τριάντα χρόνια μετά, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά οι εξηγήσεις μοιάζουν ίδιες
Η Ελλάδα δεν γνώρισε τις μεγάλες πυρκαγιές χθες.
Οι καταστροφές του 2007, του 2018, του 2021, του 2023 και του 2026 συνέβησαν υπό διαφορετικές κυβερνήσεις, διαφορετικούς πρωθυπουργούς και διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες.
Κι όμως, ο δημόσιος λόγος μετά από κάθε μεγάλη καταστροφή παρουσιάζει μια εντυπωσιακή επανάληψη.
2007 – Πελοπόννησος
Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής
Η Ελλάδα βιώνει μία από τις χειρότερες αντιπυρικές περιόδους της ιστορίας της.
Και μαζί με τις εικόνες της καμένης Πελοποννήσου μένουν δύο εκφράσεις που θα περάσουν στην πολιτική ιστορία:
«Ασύμμετρη απειλή».
Και ο περίφημος:
«Στρατηγός Άνεμος».
Η κυβέρνηση δίνει μεγάλη έμφαση στο ενδεχόμενο οργανωμένων εμπρησμών και στις ακραίες καιρικές συνθήκες.
Οι άνεμοι ήταν πραγματικοί. Οι εμπρησμοί επίσης αποτελούν πραγματική αιτία πυρκαγιών.
Αλλά τότε γεννιέται ένα ερώτημα που θα μας ακολουθήσει για χρόνια:
Μήπως η εξήγηση για το πώς εξαπλώθηκε η φωτιά αρχίζει να λειτουργεί και ως δικαιολογία για το πώς λειτούργησε το κράτος;
2018 – Μάτι
Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ – Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας
Έντεκα χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση έχει αλλάξει.
Η τραγωδία όμως είναι μεγαλύτερη.
Το Μάτι γίνεται η φονικότερη δασική πυρκαγιά της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με 104 ανθρώπους να χάνουν τελικά τη ζωή τους.
Στον δημόσιο διάλογο επανέρχονται ο πιθανός εμπρησμός, οι ισχυροί άνεμοι, η εξαιρετικά γρήγορη συμπεριφορά της φωτιάς και η άναρχη δόμηση.
Η φράση όμως που μένει είναι εκείνη του τότε Αναπληρωτή Υπουργού Προστασίας του Πολίτη Νίκου Τόσκα:
«Δεν υπήρξαν λάθη στρατηγικής».
Ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε στη συνέχεια την πολιτική ευθύνη.
Το Μάτι όμως απέδειξε κάτι που δεν επιτρέπεται να ξεχάσουμε:
η επιτυχία της Πολιτικής Προστασίας δεν μετριέται μόνο σε στρέμματα. Μετριέται πρώτα σε ανθρώπινες ζωές.
2021 – Βόρεια Εύβοια
Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Το 2021 έρχεται η καταστροφή της Βόρειας Εύβοιας.
Η πολιτική ορολογία πλέον αλλάζει.
Στο επίκεντρο μπαίνουν ο πρωτοφανής καύσωνας, η παρατεταμένη ξηρασία και η κλιματική κρίση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνωρίζει τις αδυναμίες που παρουσιάστηκαν, υπερασπίζεται όμως την πολιτική των μαζικών εκκενώσεων ως μέσο προστασίας της ανθρώπινης ζωής και προχωρά σε δημόσια συγγνώμη.
Η κλιματική κρίση έχει πλέον μπει οριστικά στο πολιτικό λεξιλόγιο των πυρκαγιών.
2023 – Έβρος
Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Το 2023 η φωτιά στον Έβρο εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί στην Ευρώπη, καίγοντας περισσότερα από 900.000 στρέμματα.
Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται ξανά γύρω από το ανθρώπινο χέρι, την αμέλεια, τους εμπρησμούς, τις ακραίες συνθήκες και την κλιματική κρίση.
Αυτή τη φορά ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάνει μια σημαντική διάκριση:
η κλιματική κρίση «δεν είναι άλλοθι», αλλά μέρος της ερμηνείας.
Και πράγματι δεν είναι άλλοθι.
2026 – Αττικοβοιωτία
Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Και φτάνουμε στο σήμερα.
Η μεγάλη πυρκαγιά της Αττικοβοιωτίας από τις 31 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου 2026 έκαψε, σύμφωνα με την προκαταρκτική ανάλυση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, 111.732 στρέμματα μέσα σε περίπου 91 ώρες.
Περίπου το 55% της συνολικής έκτασης κάηκε κατά τη διάρκεια δύο νυχτών, με ανέμους που σε φάσεις ξεπέρασαν τα 70 και 80 χιλιόμετρα την ώρα.
Οι αρχικές έρευνες στράφηκαν παράλληλα σε πιθανή ανάφλεξη από ηλεκτρική υποδομή.
Και πάλι οι ίδιες γνώριμες λέξεις:
Ακραίοι άνεμοι.
Υψηλές θερμοκρασίες.
Ηλεκτρικό δίκτυο.
Ανθρώπινη αμέλεια.
Κλιματική κρίση.
Όλα αυτά μπορεί να είναι αληθινά.
Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει ίδιο από το 2007:
Τι έκανε το κράτος γνωρίζοντας ότι όλα αυτά θα συμβούν ξανά;
Ο άνεμος δεν εμφανίστηκε στην Ελλάδα το 2007.
Η αυθαίρετη δόμηση δεν ανακαλύφθηκε μετά το Μάτι.
Τη συσσώρευση καύσιμης ύλης δεν τη μάθαμε στην Εύβοια.
Την κλιματική αλλαγή δεν την ανακαλύψαμε στον Έβρο.
Και τον κίνδυνο μιας ηλεκτρικής γραμμής μέσα σε ξερή βλάστηση δεν τον μαθαίνουμε σήμερα.
Άλλο ποιος ή τι ανάβει τη σπίθα και άλλο γιατί επιτρέπουμε στη σπίθα να μετατραπεί σε καταστροφή.
Περισσότερα χρήματα, περισσότερα μέσα — άρα και μεγαλύτερες απαιτήσεις
Θα ήταν άδικο να πούμε ότι σήμερα η Ελλάδα δεν επενδύει στην Πολιτική Προστασία.
Επενδύει. Και σημαντικά περισσότερο από το παρελθόν.
Το πρόβλημα είναι ότι για μεγάλο μέρος των προηγούμενων δεκαετιών το ελληνικό μοντέλο έδωσε δυσανάλογο βάρος στην καταστολή της φωτιάς και λιγότερο στην πρόληψη.
Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η χρηματοδότηση της καταστολής των δασικών πυρκαγιών υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 1998 και 2008, ενώ αργότερα η χρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας μειώθηκε σημαντικά.
Τα τελευταία χρόνια επιχειρείται να αλλάξει αυτή η ισορροπία.
Για την αντιπυρική περίοδο του 2026 το Πυροσβεστικό Σώμα ξεκίνησε με 17.727 μόνιμους και εποχικούς πυροσβέστες, 4.299 οχήματα, 21 μονάδες δασοκομάντος, περισσότερες από 100 βάσεις drones και καθημερινή δυνατότητα περίπου 80 έως 85 εναέριων μέσων.
Στην πρόληψη, οι παρεμβάσεις AntiNero και άλλες δράσεις διαχείρισης δασών αντιστοιχούν σε περίπου 667 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2022-2026, ενώ οι συνολικές επενδύσεις της Δασικής Υπηρεσίας για δράσεις πρόληψης την ίδια περίοδο υπολογίζονται σε 864 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ, ύψους 2,1 δισ. ευρώ, περιλαμβάνει νέα Canadair, περίπου 1.100 πυροσβεστικά οχήματα, ελικόπτερα, drones, συστήματα επιτήρησης και σύγχρονο εξοπλισμό Πολιτικής Προστασίας.
Άρα σήμερα η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Πόσα χρήματα δίνει το κράτος;»
Είναι:
Τι αποτέλεσμα αναμένουμε με αυτά τα χρήματα;
Πόση επικίνδυνη καύσιμη ύλη απομακρύνεται πριν από το καλοκαίρι;
Πόσες αντιπυρικές ζώνες είναι πραγματικά λειτουργικές;
Πόσοι δασικοί δρόμοι είναι προσβάσιμοι όταν χρειαστούν;
Και κυρίως:
Σε πόσα λεπτά από την πρώτη σπίθα μπορεί να φτάσει η πρώτη οργανωμένη δύναμη;
Γιατί στην πυρκαγιά, τα πρώτα λεπτά μπορεί να αξίζουν περισσότερο από δέκα Canadair που θα φτάσουν όταν το μέτωπο έχει ήδη μήκος χιλιομέτρων.
Και αν η σπίθα ξεκινά από το ηλεκτρικό δίκτυο;
Υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει πολύ μεγαλύτερη δημόσια συζήτηση.
Στην καθημερινή γλώσσα συχνά μιλάμε για «κολόνες της ΔΕΗ». Στην πραγματικότητα, η λειτουργία και συντήρηση του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας είναι αρμοδιότητα του ΔΕΔΔΗΕ.
Και τα στοιχεία είναι ανησυχητικά.
Σε ανάλυση 41 μεγάλων πυρκαγιών του καλοκαιριού του 2025, άνω των 1.000 στρεμμάτων, στοιχεία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού έδειξαν ότι στο 36,6% των περιπτώσεων — περίπου 15 από τις 41 — η αιτία σχετιζόταν με το δίκτυο ηλεκτροδότησης.
Στη μεγάλη πυρκαγιά της Λακωνίας το 2015, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε δικαστική κρίση που συνέδεσε την πυρκαγιά με πλημμελή συντήρηση του ηλεκτρικού δικτύου, συγκεκριμένα με πρόβλημα μονωτήρα και σπινθηρισμούς που ήταν ήδη γνωστοί πριν από το συμβάν.
Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί η Ελλάδα δεν διαθέτει ένα δημόσιο, ετήσιο σχέδιο πρόληψης πυρκαγιών ειδικά για το ηλεκτρικό δίκτυο;
Ένα σχέδιο που να καταγράφει τις γραμμές υψηλού κινδύνου, τις επιθεωρήσεις, τον πεπαλαιωμένο εξοπλισμό που αντικαταστάθηκε, τη διαχείριση της βλάστησης γύρω από τις γραμμές και πόσες πυρκαγιές κάθε χρόνο συνδέονται με ηλεκτρικές υποδομές.
Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν ακόμη εύκολο ένοχο.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε το πρόβλημα και να το διορθώνουμε πριν γίνει φωτιά.
Κλιματική αλλαγή: πραγματικότητα, όχι άλλοθι
Δεν είναι επιστημονικά σωστό να πούμε:
«Αυξάνεται η θερμοκρασία, άρα αυξάνεται αυτομάτως και ο αριθμός των πυρκαγιών».
Οι περισσότερες ενάρξεις πυρκαγιών συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με ανθρώπινη δραστηριότητα.
Αυτό που αλλάζει δραματικά η κλιματική αλλαγή είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες πέφτει η σπίθα.
Περισσότεροι και μεγαλύτεροι καύσωνες. Παρατεταμένη ξηρασία. Ξηρότερη βλάστηση.
Μεγαλύτερη διάρκεια αντιπυρικής περιόδου. Περισσότερες ημέρες ακραίου πυρομετεωρολογικού κινδύνου.
Ανάλυση του World Weather Attribution για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο το καλοκαίρι του 2025 εκτίμησε ότι οι ακραίες πυρομετεωρολογικές συνθήκες έγιναν περίπου δέκα φορές πιθανότερες λόγω της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής.
Άρα η κλιματική κρίση είναι πραγματική.
Αλλά ακριβώς επειδή είναι πραγματική, δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι.
Αν γνωρίζεις ότι το καλοκαίρι γίνεται πιο θερμό και το δάσος πιο ξηρό, τότε πρέπει να γίνεσαι καλύτερος στην πρόληψη και γρηγορότερος στην πρώτη επέμβαση.
Ο πήχης της κρατικής προετοιμασίας πρέπει να ανεβαίνει μαζί με τη θερμοκρασία.
Τι κάνουν διαφορετικά άλλες χώρες;
Καμία χώρα δεν έχει νικήσει τις πυρκαγιές.
Καίγεται η Πορτογαλία. Καίγεται η Ισπανία. Καίγεται η Γαλλία. Καίγεται η Καλιφόρνια.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποια χώρα δεν έχει φωτιές.
Είναι:
Τι κάνει πριν ανάψει η φωτιά και πόσο γρήγορα αντιδρά όταν ανάψει;
Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2017, η Πορτογαλία αναδιοργάνωσε το μοντέλο της, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων και ολοκληρωμένη διαχείριση του κινδύνου.
Η Γαλλία έχει στηρίξει μεγάλο μέρος της επιχειρησιακής της φιλοσοφίας στην έγκαιρη πρώτη προσβολή: προτοποθετεί δυνάμεις τις ημέρες υψηλού κινδύνου και επιδιώκει να αντιμετωπίσει τη φωτιά όσο είναι ακόμη μικρή.
Παράλληλα, σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, ο ιδιοκτήτης μπορεί να είναι υποχρεωμένος να καθαρίζει και να διαχειρίζεται τη βλάστηση σε ακτίνα τουλάχιστον 50 μέτρων γύρω από το σπίτι του.
Στην Καλιφόρνια, οι ιδιοκτήτες σε πολλές ζώνες υψηλού κινδύνου οφείλουν να δημιουργούν έως και περίπου 30 μέτρα defensible space γύρω από την κατοικία.
Εκεί υπάρχει και κάτι ακόμη που αξίζει να συζητήσουμε στην Ελλάδα: οι εταιρείες ηλεκτρισμού είναι υποχρεωμένες να καταρτίζουν επίσημα Wildfire Mitigation Plans, με επιθεωρήσεις δικτύων, διαχείριση βλάστησης και αντικατάσταση ευάλωτου εξοπλισμού.
Το μάθημα δεν είναι να αντιγράψουμε μηχανικά μια ξένη χώρα.
Το μάθημα είναι ότι η πυροπροστασία δεν αρχίζει όταν βλέπουμε τη φλόγα.
Και όταν έρχεται η ώρα της κάλπης;
Υπάρχει όμως και μια ευθύνη για την οποία μιλάμε πολύ λιγότερο.
Η δική μας ευθύνη.
Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά κατηγορούμε —πολλές φορές δικαιολογημένα— το κράτος, την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό.
Όμως όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, πόσο ψηλά βάζουμε πραγματικά στην αξιολόγηση μιας κυβέρνησης την ικανότητα του κράτους να προστατεύσει τη ζωή, την περιουσία και τον τόπο μας;
Η ιστορία δεν δείχνει αυτόματη σχέση ανάμεσα στην καταστροφή και την πολιτική τιμωρία.
Λίγες εβδομάδες μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή επανεξελέγη. Το 2019, έναν χρόνο μετά το Μάτι, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ηττήθηκε. Μετά όμως τις μεγάλες πυρκαγιές του 2021, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επανεξελέγη το 2023 με ποσοστό άνω του 40%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τι καθόρισε την ψήφο κάθε πολίτη. Δείχνει όμως ότι, όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, η ικανότητα ή η αποτυχία του κράτους να προστατεύσει τη ζωή και την περιουσία μας συχνά δεν βαραίνει όσο θα έπρεπε στην πολιτική μας κρίση.
Και εδώ χρειάζεται η δική μας αυτοκριτική.
Όταν έρχεται η ώρα των εκλογών, θυμόμαστε; Αξιολογούμε; Ρωτάμε τι άλλαξε, πού πήγαν τα χρήματα και αν διορθώθηκαν τα λάθη;
Ή η οργή του Αυγούστου έχει ήδη ξεχαστεί;
Η δημοκρατία δεν τελειώνει στην καταγγελία.
Αν απαιτούμε λογοδοσία από τις κυβερνήσεις, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να την επιβάλλουμε και μέσα από τις επιλογές μας.
Γιατί η ψήφος μας είναι η δύναμή μας — και μαζί με αυτή έρχεται και η δική μας ευθύνη.
Και ο πολίτης; Έχει ευθύνη;
Φυσικά.
Ο πολίτης που χρησιμοποιεί τροχό ή συγκολλητικό μηχάνημα δίπλα σε ξερά χόρτα ημέρα ακραίου κινδύνου έχει ευθύνη.
Εκείνος που πετάει αναμμένο τσιγάρο έχει ευθύνη.
Ο ιδιοκτήτης που αφήνει την περιουσία του γεμάτη ξερά χόρτα και κλαδιά έχει ευθύνη.
Η ατομική ευθύνη δεν είναι πολιτικό σύνθημα.
Είναι πραγματικότητα.
Αλλά πρέπει να υπάρχει ένα σαφές όριο:
Η ευθύνη πρέπει να είναι ανάλογη με τον έλεγχο που έχει ο καθένας.
Ο πολίτης μπορεί να καθαρίσει το οικόπεδό του.
Δεν μπορεί να καθαρίσει ένα δημόσιο δάσος χιλιάδων στρεμμάτων.
Μπορεί να κλαδέψει τα δέντρα του.
Δεν μπορεί να συντηρήσει τον αγωγό μέσης τάσης που περνά πάνω από τη γειτονιά του.
Μπορεί να δημιουργήσει ασφαλέστερο χώρο γύρω από το σπίτι του.
Δεν μπορεί να κατασκευάσει δεύτερη έξοδο διαφυγής από έναν οικισμό.
Μπορεί να ακολουθήσει το 112 και να εκκενώσει.
Δεν μπορεί να οργανώσει Πυροσβεστική, Αστυνομία, δήμους, εναέρια μέσα και ΕΚΑΒ.
Αυτή είναι δουλειά του κράτους.
Η ευθύνη του κράτους αρχίζει τον χειμώνα
Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από καμία κυβέρνηση να εγγυηθεί ότι δεν θα ξανακαεί ποτέ δάσος στην Ελλάδα.
Αυτό θα ήταν λαϊκισμός.
Μπορούμε όμως να απαιτήσουμε κάτι πολύ συγκεκριμένο.
Να υπάρχει πραγματική διαχείριση της καύσιμης ύλης.
Να συντηρούνται οι δασικοί δρόμοι και οι αντιπυρικές ζώνες.
Να εντοπίζονται εγκαίρως οι εστίες με drones, κάμερες και επιτήρηση.
Να ελέγχονται οι ηλεκτρικές υποδομές σε περιοχές ακραίου κινδύνου.
Να προτοποθετούνται δυνάμεις όταν γνωρίζουμε ότι οι συνθήκες θα είναι επικίνδυνες.
Να υπάρχουν πραγματικά σχέδια εκκένωσης.
Και πάνω από όλα:
να μετράμε αποτελέσματα.
Όχι μόνο πόσα αεροπλάνα αγοράσαμε.
Όχι μόνο πόσα εκατομμύρια ανακοινώσαμε.
Αλλά:
Πόσες φωτιές εντοπίσαμε έγκαιρα;
Σε πόσες επεμβήκαμε πριν ξεφύγουν;
Πόσες περιουσίες σώθηκαν;
Πόσες ζωές προστατεύθηκαν;
Να σταματήσουμε να συνηθίζουμε το αδιανόητο
Ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη απειλή.
Όχι μόνο η φωτιά.
Αλλά η συνήθεια.
Να έρχεται ο Ιούλιος και να θεωρούμε σχεδόν δεδομένο ότι κάπου θα καούμε.
Να βλέπουμε ξανά έναν άνθρωπο με ένα λάστιχο μπροστά από το σπίτι του.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα να κλαίει μπροστά στις κάμερες.
Έναν πυροσβέστη εξαντλημένο μετά από ώρες στο μέτωπο.
Και μετά να ακούμε πάλι:
Τον άνεμο.
Τον εμπρηστή.
Την αμέλεια.
Το ακραίο φαινόμενο.
Την κλιματική αλλαγή.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες υπάρχουν.
Αλλά ύστερα από τριάντα χρόνια δεν αρκεί πλέον να τους περιγράφουμε.
Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για αυτούς.
Η Ελλάδα σήμερα έχει περισσότερα χρήματα, περισσότερη διαθέσιμη τεχνολογία, περισσότερα δεδομένα και περισσότερη γνώση από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της.
Άρα έχει και λιγότερες δικαιολογίες.
Ο πολίτης έχει ευθύνη.
Ο δήμος έχει ευθύνη.
Ο διαχειριστής του ηλεκτρικού δικτύου έχει ευθύνη.
Το κράτος όμως έχει τη μεγαλύτερη οργανωμένη ευθύνη από όλους.
Γιατί μόνο το κράτος μπορεί να βλέπει ολόκληρη την εικόνα.
Και η πραγματική επιτυχία δεν είναι να σβήσουμε τη μεγάλη φωτιά.
Είναι η φωτιά που ξεκίνησε στις 14:03 να εντοπιστεί στις 14:05 και να δεχθεί την πρώτη οργανωμένη επέμβαση πριν γίνει στις 15:00 το πύρινο μέτωπο που βλέπει ολόκληρη η χώρα στις τηλεοράσεις.
Γιατί όταν μια μητέρα βάζει τα παιδιά της στο αυτοκίνητο και φεύγει κοιτάζοντας από τον καθρέφτη τις φλόγες να πλησιάζουν το σπίτι της, είναι ήδη πολύ αργά για να αρχίσουμε να μιλάμε για πρόληψη.
Η ευθύνη του κράτους απέναντι στη φωτιά δεν αρχίζει όταν απογειώνεται το πρώτο Canadair.
Αρχίζει τον χειμώνα.
Και ύστερα από τριάντα χρόνια καταστροφών, κανείς πλέον δεν μπορεί να πει ότι δεν γνώριζε.

Ο Γιάννης Ιωάννου είναι Senior Business Growth and Development Manager
σε αμερικανική εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας
Κάντε το πρώτο σχόλιο