Τεμπέληδες ή παγιδευμένοι στο παρελθόν; Το ελληνικό παράδοξο της εργασίας
Στην Ελλάδα δουλεύουμε περισσότερες ώρες από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν δουλεύουμε αρκετά, αλλά αν η οικονομία, η εκπαίδευση και οι επιχειρήσεις μας ξέρουν να δουλεύουν πιο έξυπνα.

Η βαλίτσα είναι ακόμη μισάνοιχτη. Τα τελευταία μαγιό περιμένουν να στεγνώσουν, ο καφές έχει ακόμη θέα θάλασσα και κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση:
Σε δύο-τρεις μέρες επιστροφή.
Επιστροφή στα email, στις συναντήσεις, στην κίνηση, στα τηλέφωνα και στο πρόγραμμα που από το «πού θα πάμε για μπάνιο;» επιστρέφει απότομα στο «τι ώρα πρέπει να είμαι αύριο στη δουλειά;».
Και κάπου μεταξύ τελευταίας βουτιάς και πρώτου ξυπνητηριού του Σεπτεμβρίου αξίζει να κάνουμε μια ερώτηση:
Όταν επιστρέψουμε στη δουλειά, πρέπει πραγματικά να δουλέψουμε περισσότερο ή μήπως πρέπει επιτέλους να μάθουμε να δουλεύουμε καλύτερα;
Γιατί αν υπάρχει μία χώρα στην Ευρώπη που δύσκολα μπορεί κάποιος να κατηγορήσει ότι δεν δουλεύει αρκετά, αυτή είναι η Ελλάδα.
Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μέση πραγματική εβδομάδα εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 39,6 ώρες, έναντι 35,9 ωρών του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ακολουθούν η Βουλγαρία και η Πολωνία με 38,7 ώρες, ενώ στην Ολλανδία ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι μόλις 31,9 ώρες και σε Δανία και Γερμανία 33,9.
Κι όμως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ. Η ίδια έκθεση σημειώνει μάλιστα ότι η χαμηλή παραγωγικότητα αντισταθμίζεται από τις πολλές ώρες εργασίας.
Με απλά λόγια:
Για να παράξουμε αυτό που άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες παράγουν σε λιγότερο χρόνο, εμείς δουλεύουμε περισσότερο.
Δύο άνθρωποι, δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες
Ας πάρουμε δύο ανθρώπους με τις ίδιες σπουδές, την ίδια εμπειρία και την ίδια διάθεση για δουλειά.
Η πρώτη εργάζεται σε μια επιχείρηση όπου οι πληροφορίες είναι σκορπισμένες σε δεκάδες email και Excel. Για μια απλή έγκριση πρέπει να κάνει τρία τηλέφωνα. Καταχωρίζει ξανά δεδομένα που υπάρχουν ήδη κάπου αλλού, ψάχνει αρχεία, περιμένει υπογραφές και συμμετέχει σε συναντήσεις που πολλές φορές θα μπορούσαν να είναι ένα email.
Δεν υπάρχει σωστό CRM, τα συστήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και σχεδόν κάθε διαδικασία απαιτεί ανθρώπινη παρέμβαση.
Μπορεί να δουλεύει δέκα ώρες την ημέρα.
Ο δεύτερος, με ακριβώς τις ίδιες ικανότητες, εργάζεται σε μια εταιρεία με οργανωμένες διαδικασίες, σύγχρονο ERP και CRM, αυτοματοποιημένα workflows, data analytics και εργαλεία AI που αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της επαναλαμβανόμενης εργασίας.
Μπορεί να δουλεύει επτά ή οκτώ ώρες και να έχει παράξει πολύ μεγαλύτερη αξία μέχρι το τέλος της ημέρας.
Ο δεύτερος δεν είναι περισσότερο εργατικός.
Η πρώτη δεν είναι λιγότερο ικανή.
Απλώς εργάζονται μέσα σε δύο διαφορετικά παραγωγικά περιβάλλοντα.
Αυτό ακριβώς είναι παραγωγικότητα.
Όχι πόσο κουρασμένος γυρίζει κάποιος σπίτι.
Αλλά πόση αξία του επιτρέπει το σύστημα γύρω του να δημιουργήσει μέσα σε μία ώρα εργασίας.
Μήπως λοιπόν κοιτάμε το λάθος ρολόι;
Και κάπου εδώ προκύπτει ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα.
Με τον Ν. 5239/2025 επεκτάθηκε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η δυνατότητα ημερήσιας απασχόλησης που μπορεί να φτάσει έως και τις 13 ώρες, ενώ εξακολουθούν να ισχύουν οι περιορισμοί που αφορούν τις υπερωρίες, την ημερήσια ανάπαυση και το ευρωπαϊκό όριο των 48 ωρών εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.
Δεν σημαίνει ότι καθιερώθηκε ένα υποχρεωτικό 13ωρο για όλους.
Αλλά το ερώτημα παραμένει:
Σε μια χώρα που ήδη δουλεύει περισσότερες ώρες από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ, είναι η προσθήκη περισσότερων ωρών η αναπτυξιακή κατεύθυνση που χρειαζόμαστε;
Το στοίχημα της Ελλάδας του 2030 δεν πρέπει να είναι πώς κάποιος θα μπορεί να δουλεύει 10, 12 ή 13 ώρες.
Πρέπει να είναι πώς μέσα σε οκτώ ώρες θα μπορεί να παράγει την αξία που σήμερα χρειάζεται δέκα ή δώδεκα για να δημιουργήσει.
Το τεχνολογικό χάσμα είναι και παραγωγικό χάσμα
Αυτό όμως απαιτεί τεχνολογία.
Το 2025 μόλις 8,93% των ελληνικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούν τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, έναντι 19,95% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δηλαδή η χρήση AI στις ελληνικές επιχειρήσεις ήταν λιγότερο από τη μισή του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Και εδώ υπάρχει ακόμη μία ελληνική πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε χωρίς προκαταλήψεις.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ για το 2025 που επεξεργάστηκε το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, από τους 235.569 επιχειρηματίες και διευθυντές επιχειρήσεων που καταγράφονται, το 28,9% είναι κάτω των 40 ετών, το 36,8% μεταξύ 40 και 49, το 29,8% μεταξύ 50 και 64 και άλλο 4,5% άνω των 65 ετών.
Δηλαδή περίπου 7 στους 10 βρίσκονται άνω των 40 ετών και περισσότεροι από 1 στους 3 άνω των 50.
Η ηλικία φυσικά δεν σημαίνει τεχνολογικό αναλφαβητισμό.
Υπάρχουν άνθρωποι 60 ετών πολύ πιο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία από ανθρώπους 30 ετών.
Αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της σημερινής ελληνικής επιχειρηματικότητας έχτισε τον τρόπο λειτουργίας του πριν από το cloud, το e-commerce, τα σύγχρονα CRM, τα data analytics και πολύ περισσότερο πριν από το AI.
Δεν πρέπει να πετάξουμε αυτή την εμπειρία.
Το αντίθετο.
Πρέπει να δώσουμε σε ανθρώπους με 20 ή 30 χρόνια πραγματικής γνώσης της αγοράς τα εργαλεία ώστε να συνδυάσουν την εμπειρία τους με τη νέα τεχνολογία.
Εκεί μπορεί να βρίσκεται ένα τεράστιο ανεκμετάλλευτο κομμάτι της ελληνικής παραγωγικότητας.
Και αυτό δεν γίνεται μόνο με ένα voucher για αγορά software.
Χρειάζεται πραγματική κατάρτιση, διά βίου εκπαίδευση, ψηφιοποίηση και καλύτερο management.
Σε αυτή τη γενικότερη κατεύθυνση έχει ενδιαφέρον ότι κινούνται και προτάσεις των Δημοκρατών – Προοδευτικό Κέντρο, που αναφέρονται σε επένδυση στην έρευνα, την τεχνολογία και την ψηφιοποίηση, συνεχή κατάρτιση, διά βίου εκπαίδευση, ανοιχτές αγορές και ισχυρότερη σύνδεση με τις διεθνείς αγορές.
Δεν είναι όμως ζήτημα που πρέπει να εγκλωβιστεί σε κομματικές γραμμές.
Είναι προϋπόθεση για οποιαδήποτε σοβαρή πολιτική παραγωγικότητας.
Η μεγαλύτερη μάστιγα: Σπουδές και αγορά δεν συναντιούνται
Ίσως όμως το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας να βρίσκεται στην απαρχαιωμένη αντιστοίχιση των πτυχίων και μεταπτυχιακών προγραμμάτων με τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργεί η παγκόσμια οικονομία.
Και εδώ οι αριθμοί είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Greekonomics, με συντάκτη τον Αντώνη Λαδόπουλο και βασισμένη σε στοιχεία της Eurostat για το 2025, στην Ελλάδα εργάζονται περίπου 4,34 εκατομμύρια άνθρωποι.
Από αυτούς, το 38% διαθέτει τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 47% ανώτερη δευτεροβάθμια ή μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και το 15% έως κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η κατανομή τους στην αγορά εργασίας.
Οι εργαζόμενοι σε υπηρεσίες και πωλήσεις ανέρχονται περίπου στις 989.000, ενώ οι εργαζόμενοι υψηλής εξειδίκευσης στις 979.000, περίπου 23% της συνολικής απασχόλησης η κάθε κατηγορία.
Στους εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης το 90% είναι πτυχιούχοι, ενώ εκεί συγκεντρώνονται περίπου 876.000 απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή το 53% όλων των εργαζομένων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν κάτι σημαντικό:
Η Ελλάδα δεν στερείται μορφωμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η οικονομία μας δημιουργεί αρκετές και κατάλληλες θέσεις ώστε αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο να αξιοποιείται εκεί όπου μπορεί να δημιουργήσει τη μεγαλύτερη αξία.
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα εμφανίζει ποσοστό απασχόλησης νέων αποφοίτων μόλις 67%, έναντι 87% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Μιλάμε για διαφορά 20 ποσοστιαίων μονάδων.
Άρα έχουμε πτυχιούχους.
Έχουμε ανθρώπους με μεταπτυχιακά.
Έχουμε ανθρώπινο κεφάλαιο.
Αυτό που δεν έχουμε στον ίδιο βαθμό είναι μια αγορά εργασίας που μπορεί να μετατρέψει αυτή τη γνώση γρήγορα σε παραγωγική και καλά αμειβόμενη απασχόληση.
Και η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή η διεθνής αγορά μεταβάλλεται πλέον πολύ γρηγορότερα από τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα.
Η έρευνα Scoring Tech Talent 2026 της CBRE το αποτυπώνει εντυπωσιακά.
Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, οι εργαζόμενοι με AI skills στις ΗΠΑ και τον Καναδά αυξήθηκαν κατά 45% και έφτασαν τους 751.000.
Το 2022 οι AI-related θέσεις αντιπροσώπευαν μόλις 11% των διαθέσιμων tech jobs στις ΗΠΑ.
Τον Ιούνιο του 2026 είχαν φτάσει στο 31%.
Και στο San Francisco Bay Area από 20% το 2022 έφτασαν στο 57% το 2026.
Την ίδια περίοδο οι non-AI tech αγγελίες μειώθηκαν κατά 60% στις ΗΠΑ και 73% στο Bay Area.
Μέσα σε τέσσερα χρόνια άλλαξε δραματικά το είδος των δεξιοτήτων που ζητά η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Πόσο γρήγορα αλλάζουν τα δικά μας πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά προγράμματα;
Από το «τι πτυχίο έχεις;» στο «τι μπορείς να κάνεις;»
Ένας μηχανικός μπορεί να εργαστεί στα data.
Μια οικονομολόγος μπορεί να περάσει στην τεχνολογία.
Ένας φυσικός μπορεί να εργαστεί στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ένας άνθρωπος με τεχνική εκπαίδευση μπορεί, μέσα από σύγχρονες πιστοποιήσεις, να αποκτήσει δεξιότητες για τις οποίες υπάρχει τεράστια ζήτηση.
Η επαγγελματική ζωή δεν μπορεί πλέον να καθορίζεται αποκλειστικά από το πτυχίο που επέλεξε κάποιος στα 18 του.
Και εδώ συναντάμε αναπόφευκτα τη διαχρονική ελληνική λογική των κλειστών ή υπερβολικά προστατευμένων επαγγελμάτων.
Όταν η πρόσβαση προστατεύει όχι μόνο την επιστημονική επάρκεια και το δημόσιο συμφέρον, αλλά και παγιωμένα επαγγελματικά κεκτημένα, τότε περιορίζονται η κινητικότητα, ο ανταγωνισμός και τελικά η δυνατότητα της αγοράς να προσαρμοστεί.
Και αυτή η νοοτροπία περνά από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας και αντίστροφα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου τα εκπαιδευτικά προγράμματα αναπαράγουν παλιές επαγγελματικές δομές και η αγορά συνεχίζει να τις ενισχύει.
Και όπως σε κάθε φαύλο κύκλο, υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι.
Οι κερδισμένοι είναι κυρίως όσοι βρίσκονται ήδη μέσα στις προστατευμένες δομές.
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι είναι οι νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να μπουν στην αγορά εργασίας.
Τους ζητάμε πτυχίο.
Μεταπτυχιακό.
Ξένες γλώσσες.
AI skills.
Ευελιξία.
Συνεχή επανεκπαίδευση.
Αλλά ταυτόχρονα δεν κάνουμε την ίδια την αγορά εξίσου ευέλικτη.
Και όταν τελικά φεύγουν στο εξωτερικό, μιλάμε για brain drain σαν να ήταν απλώς προσωπική επιλογή.
Πολλές φορές όμως είναι η φυσική αντίδραση ενός ανθρώπου που ψάχνει μια αγορά όπου οι γνώσεις του μπορούν πραγματικά να αξιοποιηθούν, να εξελιχθούν και να αμειφθούν.
Γι’ αυτό μια υγιής αλλαγή θα ήταν να ανοίξουν πραγματικά τα επαγγέλματα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, με πρόσβαση που βασίζεται περισσότερο στις πραγματικές γνώσεις, στις δεξιότητες, στην εμπειρία και στην αξιοκρατία.
Όπου χρειάζονται επιστημονικές άδειες και πιστοποιήσεις, φυσικά πρέπει να παραμείνουν.
Αλλά για να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον.
Όχι το επαγγελματικό κεκτημένο.
Τα data centers είναι επενδύσεις. Δεν είναι όμως η νέα οικονομία
Και εδώ έρχεται ένα ακόμη παράδειγμα του πόσο διαφορετικά πρέπει να αρχίσουμε να μετράμε την ανάπτυξη.
Τα data centers.
Φυσικά και τα χρειαζόμαστε.
Είναι κρίσιμη ψηφιακή υποδομή για cloud, AI και τη νέα οικονομία.
Αλλά είναι εξαιρετικά capital-intensive investments.
Η ίδια η Microsoft, για τα σχεδιαζόμενα data centers στην Ελλάδα, εκτιμούσε 350 θέσεις κατά τη φάση της κατασκευής και περίπου 2,2 εκατομμύρια εργατοώρες, αλλά μόλις 34 εργαζομένους και contractors πλήρους απασχόλησης στις λειτουργικές εγκαταστάσεις έως το τέλος του 2026.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα data centers είναι κακή επένδυση.
Σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να συγχέουμε την υποδομή της νέας οικονομίας με την ίδια τη νέα οικονομία.
Η πραγματική ερώτηση είναι:
Πόσες ελληνικές εταιρείες AI δημιουργήθηκαν γύρω από αυτή την υποδομή;
Πόσες startups;
Πόσες νέες θέσεις για software engineers, data scientists και cybersecurity specialists;
Πόσες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας;
Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις πέρασαν από 10 εργαζόμενους στους 100 και από τους 100 στους 1.000;
Γιατί για έναν άνθρωπο 25 ή 30 ετών το ότι ανακοινώθηκε μια μεγάλη επένδυση δεν είναι από μόνο του αρκετό.
Η ερώτηση είναι πολύ πιο απλή:
Τι δουλειά δημιουργείται για μένα;
Τι καριέρα μπορώ να κάνω εδώ;
Μπορώ να εξελιχθώ χωρίς να φύγω στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στο Άμστερνταμ ή στο Βερολίνο;
Μπορώ με τον μισθό μου να νοικιάσω σπίτι, να δημιουργήσω οικογένεια και να σχεδιάσω τη ζωή μου;
Και υπάρχει και το επόμενο ερώτημα:
Πώς θα δημιουργήσουμε ευνοικες συνθηκες για όσους έφυγαν από την Ελλάδα να θελήσουν να επιστρέψουν;
Όχι με άλλο ένα επικοινωνιακό σύνθημα περί brain regain.
Αλλά με πραγματικές προϋποθέσεις επιστροφής.
Με θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Με ανταγωνιστικές αποδοχές.
Με πραγματικές ευκαιρίες εξέλιξης.
Με αξιοκρατία.
Με σύγχρονες επιχειρήσεις.
Και κυρίως με αριθμούς.
Πόσοι επέστρεψαν;
Σε ποιους κλάδους;
Σε ποιες θέσεις;
Με τι αποδοχές;
Πόσοι παραμένουν στην Ελλάδα τρία ή πέντε χρόνια μετά;
Πόσες επιχειρήσεις ίδρυσαν;
Αυτό είναι brain regain.
Όχι στα χαρτιά.
Όχι στις ανακοινώσεις.
Στην πράξη και με αριθμούς.
Η αμερικανική εμπειρία μάς δείχνει άλλωστε ότι δεν αρκεί να έχεις τεχνολογική υποδομή.
Σύμφωνα με την CBRE, το San Francisco Bay Area, η Νέα Υόρκη, το Seattle και η Washington D.C. συγκεντρώνουν μαζί 37% του AI-specialty talent στις ΗΠΑ.
Μόνο το San Francisco Bay Area έχει προσελκύσει περίπου 80% του αμερικανικού AI venture funding από το 2020, ενώ διαθέτει περίπου 98.699 εργαζομένους σε AI-related θέσεις, η Νέα Υόρκη 67.949 και το Seattle 41.591.
Δεν πέτυχαν επειδή είχαν servers.
Πέτυχαν επειδή γύρω από την τεχνολογία δημιούργησαν πανεπιστήμια, επιχειρήσεις, κεφάλαια, startups, έρευνα και ανθρώπινο δυναμικό που αλληλοτροφοδοτούνται.
Αυτό είναι οικοσύστημα.
Και αυτό είναι που χρειάζεται να δημιουργήσει η Ελλάδα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν δουλεύουμε αρκετά
Σε λίγες ημέρες λοιπόν τα μαγιό θα μπουν ξανά στο συρτάρι.
Η άμμος θα φύγει από τις βαλίτσες.
Τα ξυπνητήρια θα ξαναχτυπησουν.
Η κίνηση θα επιστρέψει.
Και εκατομμύρια άνθρωποι θα επιστρέψουμε στις δουλειές μας.
Αλλά ίσως φέτος αξίζει να κάνουμε ένα διαφορετικό ερώτημα:
Γιατί σε μια χώρα όπου ήδη δουλεύουμε περισσότερο από όλους στην Ευρώπη εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η λύση είναι να δουλεύουμε ακόμη περισσότερο;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν δουλεύουμε αρκετά.
Οι 39,6 ώρες εργασίας την εβδομάδα, έναντι 35,9 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το αποδεικνύουν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ζητάμε από τους ανθρώπους να καλύψουν με περισσότερες ώρες όσα δεν καλύψαμε με τεχνολογία, επενδύσεις, σύγχρονες δεξιότητες, ανταγωνισμό και καλύτερο management.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια οικονομία όπου ένας άνθρωπος με 30 χρόνια επιχειρηματικής εμπειρίας μπορεί να συνδέσει αυτή τη γνώση με την Τεχνητη Νοημοσυνη.
Όπου ένας νέος δεν χρειάζεται να φύγει για να αξιοποιήσει το μεταπτυχιακό του.
Όπου κάποιος που έφυγε στο εξωτερικό μπορεί να επιστρέψει επειδή υπάρχει πραγματική επαγγελματική ευκαιρία.
Όπου ένα πανεπιστήμιο παρακολουθεί τις δουλειές που δημιουργούνται και όχι μόνο εκείνες που υπήρχαν η αυτες που πλεον δεν να υπαρχουν.
Όπου μια μικρή επιχείρηση μπορεί να γίνει μεσαία και μια μεσαία να γίνει διεθνής.
Και όπου η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να αυξήσει την αξία της ανθρώπινης εργασίας, όχι απλώς για να μειώσει το κόστος της.
Γιατί τελικά η πρόοδος δεν είναι να δουλεύουμε περισσότερο.
Είναι να δουλεύουμε πιο έξυπνα, να παράγουμε περισσότερη αξία μέσα στον ίδιο χρόνο και να μπορούμε να ζούμε καλύτερα από αυτήν.

Ο Γιάννης Ιωάννου είναι Senior Business Growth and Development Manager
σε αμερικανική εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας
Κάντε το πρώτο σχόλιο