Στα 30 σου και Ακόμη στο Παιδικό Δωμάτιο

Η ελληνικη φτωχεια δεν ειναι ορατη

Γιάννης Ιωάννου
Γιάννης Ιωάννου

Στα 30 σου και ακόμη στο παιδικό δωμάτιο

Γιατί το 56,3% των νέων Ελλήνων ζει με τους γονείς του — και τι κάνει διαφορετικά η υπόλοιπη Ευρώπη

Γράφει ο Γιάννης Ιωάννου

Στα 30 σου μπορεί να έχεις ολοκληρώσει τις σπουδές σου, να εργάζεσαι καθημερινά, να πληρώνεις φόρους και να θεωρείσαι υπεύθυνος για κάθε απόφαση της ζωής σου. Το βράδυ, όμως, επιστρέφεις στο σπίτι όπου μεγάλωσες, περνάς μπροστά από το δωμάτιο των γονιών σου και κλείνεις την πόρτα του παιδικού σου δωματίου.

Για περισσότερο από το μισό των νέων Ελλήνων, αυτή δεν είναι μια προσωρινή εικόνα ούτε μια σύντομη στάση ανάμεσα στις σπουδές και στην ανεξαρτησία. Είναι η καθημερινότητά τους.

Τα νούμερα

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 56,3% των Ελλήνων ηλικίας 25 έως 34 ετών ζει με τους γονείς του, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 30,1% (δείκτης SILC, σειρά ilc_lvps08). Η Ελλάδα καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση, μετά την Κροατία (62,3%), ενώ ακολουθεί η Σλοβακία (54,3%). Στον αντίποδα, το ποσοστό περιορίζεται στο 3,9% στη Δανία, στο 4% στη Φινλανδία και στο 7,5% στη Σουηδία.

Η Eurostat διευκρινίζει ότι ο δείκτης περιλαμβάνει και ανθρώπους που μπορεί να μένουν προσωρινά αλλού για εργασία ή σπουδές, αλλά εξακολουθούν να συνδέονται οικονομικά με το γονεϊκό νοικοκυριό. Η μεθοδολογική αυτή διευκρίνιση είναι σημαντική — μετρά και την οικονομική εξάρτηση, όχι μόνο τη φυσική συγκατοίκηση — αλλά δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα.

Το ίδιο δείχνει και ο δεύτερος δείκτης. Το 2024 οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη, έναντι 26,2 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Eurostat, yth_demo_030). Στη Φινλανδία η αντίστοιχη ηλικία ήταν 21,4 έτη, στη Δανία 21,7 και στη Σουηδία 21,9. Η διαφορά των εννέα περίπου ετών δεν ερμηνεύεται μόνο ως διαφορά νοοτροπίας.

Δεν είναι μια γενιά που αρνείται να μεγαλώσει

Η εύκολη εξήγηση κυκλοφορεί εδώ και χρόνια σε τηλεοπτικά πάνελ και σε οικογενειακά τραπέζια: οι Έλληνες νέοι είναι υπερβολικά δεμένοι με τη μητέρα τους, οι γονείς δεν τους αφήνουν να φύγουν, τα παιδιά βολεύονται με το πλυμένο ρούχο και το έτοιμο φαγητό. Πρόκειται, υποτίθεται, για μία ακόμη εκδοχή της μεσογειακής οικογένειας — κάτι ανάμεσα σε  πολιτισμικό χαρακτηριστικό και σε εθνικό ελάττωμα, που άλλοτε το επικαλούμαστε με υπερηφάνεια και άλλοτε με ενοχή.

Το επιχείρημα θα άξιζε προσοχή αν η νοοτροπία είχε αλλάξει με τον ίδιο ρυθμό που άλλαξαν τα νούμερα. Δεν άλλαξε. Η μεσογειακή οικογένεια υπήρχε και το 2012, όταν η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό στην Ελλάδα ήταν 1,7 χρόνια χαμηλότερη από ό,τι σήμερα — μία από τις μεγαλύτερες επιδεινώσεις που κατέγραψε η Eurostat σε ολόκληρη την Ένωση μέσα σε μια δεκαετία. Δεν έγιναν οι Έλληνες πιο δεμένοι με τους γονείς τους μέσα σε δώδεκα χρόνια. Έγιναν φτωχότεροι σε σχέση με το κόστος της στέγης.

Υπάρχει, βεβαίως, και γνήσια επιλογή. Κάποιος μένει στο πατρικό για να αποταμιεύσει την προκαταβολή ενός σπιτιού, να τελειώσει ένα μεταπτυχιακό χωρίς δάνειο, να φροντίσει έναν γονιό που αρρώστησε. Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν, οι λόγοι τους είναι απολύτως σεβαστοί και δεν χρειάζονται τη συμπόνια κανενός. Το ζήτημα είναι απλώς αριθμητικό: δεν φτάνουν για να εξηγήσουν το 56,3%.

Άλλο, λοιπόν, να επιλέγεις να μένεις με τους γονείς σου και άλλο να μην έχεις καμία οικονομικά βιώσιμη δυνατότητα να φύγεις.

Ο μισθός απέναντι στο ενοίκιο

Εδώ σταματούν οι γενικότητες και αρχίζουν τα νούμερα που πονάνε.

Ο μέσος καθαρός μισθός στην Αθήνα κινείται περίπου στα 1.156 ευρώ τον μήνα. Στο κέντρο της πόλης, η μέση ζητούμενη τιμή ενοικίου έχει φτάσει τα 12,58 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με ετήσια αύξηση 7,3%. Στου Ζωγράφου, ένα studio 35 τ.μ. ζητά ενδεικτικά 420 ευρώ και ένα δυάρι 50 τ.μ. περίπου 590 ευρώ.

Στο κέντρο της Αθήνας, το 98,4% των κατοικιών έως 50 τ.μ. ενοικιάζεται σήμερα πάνω από 400 ευρώ, όταν το 2023 το ποσοστό αυτό ήταν 78,7%. Επτά στα δέκα μικρά διαμερίσματα ζητούν πάνω από 500 ευρώ.

Ας κάνουμε λοιπόν τον υπολογισμό που κάνει κάθε τριαντάρης πριν κοιτάξει αγγελίες: ένα ενοίκιο 500 ευρώ, δύο μισθοί εγγύηση, λογαριασμοί ενέργειας, κοινόχρηστα, τρόφιμα, μετακινήσεις. Με καθαρό μισθό γύρω στα 1.100 ευρώ, η στέγαση και τα πάγια απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος πριν καν συζητηθεί οτιδήποτε άλλο.

Δεν είναι, επομένως, περίεργο ότι το 2024 το 30,3% των νέων 15–29 ετών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση  το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 9,7%.

Οι δύο αυτές τάσεις κινούνται ταυτόχρονα και προς αντίθετες κατευθύνσεις. Για αυτό η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να έχει τις ακριβότερες τιμές ανά πόλη. Το Βερολίνο, η Λισαβόνα και το Δουβλίνο έχουν ακριβότερα ενοίκια από την Αθήνα σε απόλυτους αριθμούς. Έχουν όμως και μισθούς που αντέχουν αυτά τα ενοίκια. Στην Ελλάδα, το ενοίκιο κινείται με ευρωπαϊκούς ρυθμούς και ο μισθός με ελληνικούς.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο το ύψος του ενοικίου ούτε μόνο το ύψος του μισθού. Είναι η σχέση τους, και η σχέση αυτή χειροτερεύει και από τις δύο πλευρές.

Η ελληνική φτώχεια δεν είναι ορατή

Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα της νέας ελληνικής φτώχειας: δεν είναι ορατή. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά που η κοινωνία έμαθε να αναγνωρίζει ως ένδεια. Έχεις πτυχίο, ίσως και μεταπτυχιακό, φοράς ένα κοστούμι ή έχεις μια πιο επαγγελματική εμφάνιση όταν κυκλοφορείς έξω, πληρώνεις ασφαλιστικές εισφορές, κάνεις διακοπές τον Αύγουστο επειδή το σπίτι στο  χωριό είναι δωρεάν, και το βράδυ επιστρέφεις στο δωμάτιο όπου παίζεις τάβλι και χαρτιά με τους κολλητούς σου. Αυτός ο νέος ή νέα δεν εμφανίζεται στις ουρές των συσσιτίων ούτε στις στατιστικές της ακραίας φτώχειας. Εμφανίζεται σε έναν δείκτη που λίγοι κοιτάζουν: στην ηλικία στην οποία ένας άνθρωπος αποκτά δικό του σπίτι για να κανει την δική του/της οικογένεια.

Η άλλη διέξοδος: το εξωτερικό

Υπάρχει και μια δεύτερη έξοδος από το παιδικό δωμάτιο, την οποία η δημόσια συζήτηση αντιμετωπίζει συνήθως ως εντελώς ξεχωριστό πρόβλημα: το εξωτερικό.

Τα στοιχεία των ευρωπαϊκών ερευνών εργατικού δυναμικού, όπως τα επεξεργάζεται το Greece in Figures, δείχνουν ότι το 2025 ο αριθμός των Ελλήνων 20 έως 64 ετών με ανώτατη εκπαίδευση που ζουν σε άλλη χώρα της ΕΕ ή της ΕΖΕΣ έφτασε τις 128.500 — αυξημένος κατά 13.900 άτομα, δηλαδή κατά 12,1%, μέσα σε έναν μόνο χρόνο. Είναι η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση που έχει καταγραφεί. Συνολικά, οι Έλληνες αυτής της ηλικιακής ομάδας που ζουν στην Ευρώπη ανήλθαν σε 386.100, επίσης ιστορικό υψηλό, με 30.300 περισσότερους μέσα σε έναν χρόνο.

Το σημαντικό δεν είναι το μέγεθος. Είναι η χρονική στιγμή. Αυτή η επιτάχυνση δεν συμβαίνει στα χρόνια των μνημονίων και της ανεργίας του 27%· συμβαίνει τώρα, με την ανεργία κάτω από το 10% και με την οικονομία να “αναπτύσσεται”. Φεύγουν, δηλαδή, άνθρωποι που έχουν δουλειά.

Γιατί; Επειδή για έναν νέο μηχανικό, νοσηλευτή ή προγραμματιστή η επιλογή δεν είναι πάντοτε ανάμεσα στο πατρικό και σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Είναι ανάμεσα στο πατρικό και σε ένα διαμέρισμα στο Άμστερνταμ ή στο Μόναχο, όπου το ενοίκιο μπορεί να είναι υψηλότερο σε απόλυτους αριθμούς αλλά ο μισθός επιτρέπει αυτό που ο ελληνικός δεν επιτρέπει: να κλείσεις τη δική σου πόρτα πίσω σου.

Το brain drain και η καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση δεν είναι δύο κρίσεις. Είναι δύο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια εξίσωση μισθού και κόστους ζωής και η χώρα χάνει και στις δύο περιπτώσεις.

Οι γονείς ως το άτυπο κοινωνικό κράτος

Η ελληνική οικογένεια έχει καταφέρει για ακόμη μία φορά να λειτουργήσει ως δίχτυ προστασίας. Προσφέρει στέγη, τρόφιμα, κάλυψη λογαριασμών και συχνά άμεση οικονομική βοήθεια. Χωρίς
αυτή τη στήριξη, η στεγαστική φτώχεια των νέων θα ήταν πολύ πιο ορατή.

Δεν βλέπουμε έναν νέο να χάνει το σπίτι του. Βλέπουμε ένα ακόμη πιάτο στο οικογενειακό τραπέζι.

Το κόστος, όμως, δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στους γονείς, οι οποίοι συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά τα ενήλικα παιδιά τους σε μια περίοδο κατά την οποία θα έπρεπε να αποταμιεύουν για τη δική τους συνταξιοδότηση. Η οικογένεια καλύπτει έτσι ένα κενό που σε άλλες χώρες αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, από τη στεγαστική πολιτική, τα επιδόματα, τη φοιτητική κατοικία και μια οργανωμένη αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.

“Ο ελέφαντας στο δωμάτιο”: άδεια σπίτια και βραχυχρόνια μίσθωση

Καμία συζήτηση για τα ελληνικά ενοίκια δεν είναι ειλικρινής αν παρακάμψει το τι συνέβη στο απόθεμα κατοικιών. Και εδώ βρίσκεται το πιο εξοργιστικό νούμερο ολόκληρης της συζήτησης, γιατί δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι καν έλλειψη σπιτιών.

Σύμφωνα με την Απογραφή Πληθυσμού – Κατοικιών 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, οι κενές κατοικίες στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 2,28 εκατομμύρια δηλαδή το 34,5% του συνολικού οικιστικού αποθέματος. Μία στις τρεις κατοικίες της χώρας δηλώνεται άδεια.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι πόσες είναι κενές αλλά πόσες είναι διαθέσιμες. Μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή δείχνει ότι μεταξύ 2011 και 2021 το απόθεμα κατοικιών αυξήθηκε κατά 3,5%, αλλά όσες προσφέρονταν για μακροχρόνια ενοικίαση μειώθηκαν κατά 10,4% και όσες προσφέρονταν προς πώληση κατά 33,1%. Οι αδρανείς κενές κατοικίες που δεν προσφέρονται ούτε για ενοικίαση ούτε για πώληση— αυξήθηκαν σε 1,81 εκατομμύρια.

Οικοδομήθηκαν, δηλαδή, περισσότερα σπίτια και ταυτόχρονα λιγότερα έφτασαν στην αγορά.

Δεν είναι όλα αξιοποιήσιμα: κληρονομικές εκκρεμότητες, κακή κατάσταση, εποχική χρήση και κυρίως γεωγραφική αναντιστοιχία, καθώς πολλά βρίσκονται εκτός αστικού ιστού ενώ η ζήτηση είναι κυρίως στις πόλεις. Ακόμη όμως και ένα μικρό ποσοστό τους, αν επέστρεφε στη μακροχρόνια μίσθωση εκεί όπου υπάρχει ζήτηση, θα άλλαζε την αγορά περισσότερο από κάθε επιδότηση.

Το ένα σκέλος, λοιπόν, είναι οι κατοικίες που δεν μπαίνουν ποτέ στην αγορά. Το άλλο είναι εκείνες που βγήκαν από αυτήν.

Τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκαν κατά 55,9% από το 2019 έως το 2025, από 158,4 σε 246,9 χιλιάδες, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ — περίπου 3,7% του οικιστικού αποθέματος. Μόνο στον Δήμο Αθηναίων ανέβηκαν στα 12.810, από 9.521 το 2023.

Το 3,7% ακούγεται μικρό, δεν είναι όμως ομοιόμορφα κατανεμημένο: συγκεντρώνεται ακριβώς στα μικρά διαμερίσματα του κέντρου που ζητά ένας νέος για την πρώτη του κατοικία. Σε συνδυασμό με την επενδυτική ζήτηση από το εξωτερικό, το αποτέλεσμα δεν είναι η γενική άνοδος των τιμών αλλά η στοχευμένη εξαφάνιση του φθηνού μικρού διαμερίσματος.

Η πολιτεία έχει ήδη αντιδράσει: απαγόρευση νέων εγγραφών στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Διαμονής στα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων με παράταση έως το τέλος του 2026, αντίστοιχος περιορισμός στην Α΄ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης από την 1η Ιουλίου 2026, αυστηρότεροι φορολογικοί κανόνες για ιδιοκτήτες με τρία ή περισσότερα ακίνητα και Εθνική Στρατηγική για τη Στέγαση σε διαβούλευση.

Είναι σωστή κατεύθυνση. Το ερώτημα είναι αν συνοδεύεται από αύξηση της προσφοράς ή αν απλώς μετακινεί την πίεση σε γειτονικές περιοχές.

Το συμπέρασμα, είναι ένα: μια χώρα με 2,28 εκατομμύρια δηλωμένες κενές κατοικίες έχει ταυτόχρονα τη γενιά που φεύγει τελευταία από το πατρικό της. Το ελληνικό στεγαστικό δεν είναι πρόβλημα τσιμέντου. Είναι πρόβλημα κατανομής, θεσμών και κινήτρων.

Τι κάνουν διαφορετικά οι χώρες όπου οι νέοι φεύγουν στα 22 τους

Δεν υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή συνταγή, ούτε έχουν λύσει οι βόρειες χώρες το πρόβλημα της ακριβής στέγασης. Η Eurostat μάλιστα επισημαίνει ότι σε ορισμένες χώρες όπου οι νέοι φεύγουν νωρίς, η οικονομική επιβάρυνση από τη στέγαση παραμένει υψηλή.

Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι η ανεξαρτητοποίηση υποστηρίζεται θεσμικά.

Στη Φινλανδία, η οικονομική υποστήριξη των φοιτητών μπορεί να περιλαμβάνει επίδομα σπουδών, κρατική εγγύηση φοιτητικού δανείου και στεγαστικό βοήθημα για όσους ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Στη Δανία, οι ενοικιαστές μπορούν υπό προϋποθέσεις να λάβουν στεγαστικό επίδομα, ενώ αναζητούν κατοικία τόσο στην ιδιωτική αγορά όσο και μέσω στεγαστικών οργανισμών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Βιέννης, με περίπου 220.000 δημοτικά διαμερίσματα και 200.000 συνεταιριστικές κατοικίες: περισσότερο από το μισό του πληθυσμού της ζει σε δημοτική ή επιδοτούμενη κατοικία. Η στέγαση δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόρευμα, αλλά και ως βασική αστική υποδομή.

Τα παραδείγματα αυτά δεν μεταφέρονται αυτούσια. Αποδεικνύουν, όμως, ότι η ηλικία ανεξαρτητοποίησης δεν είναι απλώς προσωπική ή οικογενειακή υπόθεση. Οι νέοι στις χώρες αυτές δεν είναι εκ φύσεως πιο ανεξάρτητοι. Διαθέτουν περισσότερα μέσα για να γίνουν ανεξάρτητοι.

Η Νέα Υόρκη και το ζήτημα της κλίμακας

Η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Στη Νέα Υόρκη, η δημοτική αρχή του δημάρχου Ζοχράν Μαμντάνι παρουσίασε στις 26 Μαΐου 2026 το σχέδιο «Block by Block»:
κατασκευή 200.000 νέων προσιτών κατοικιών και διατήρηση άλλων 200.000 μέσα στην επόμενη δεκαετία, με δημοτική επένδυση 22 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πέντε χρόνια, παρεμβάσεις στη χρήση γης και επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων.

Ένα μήνα αργότερα ήρθε το πιο άμεσο μέτρο. Στις 25 Ιουνίου 2026 το Rent Guidelines Board, ανεξάρτητο εννεαμελές όργανο, του οποίου όμως τα έξι μέλη είχε ορίσει ο νέος δήμαρχος ψήφισε με 7 προς 1 μηδενική αύξηση ενοικίου για μονοετείς και διετείς μισθώσεις σε περίπου ένα εκατομμύριο ακίνητα υπό καθεστώς σταθεροποιημένου ενοικίου, δηλαδή στο 27% του οικιστικού αποθέματος της πόλης. Είναι το πρώτο πάγωμα διετών συμβάσεων στην ιστορία του οργάνου και ισχύει για μισθώσεις που ξεκινούν από τον Οκτώβριο του 2026 έως τον Σεπτέμβριο του 2027.

Δύο σημεία έχουν σημασία για εμάς. Το πάγωμα δεν εφαρμόστηκε οριζόντια, αλλά σε ένα ήδη θεσμοθετημένο τμήμα της αγοράς με κανόνες δεκαετιών κάτι που η Ελλάδα δεν διαθέτει. Και συνοδεύεται από σχέδιο αύξησης της προσφοράς, δηλαδή ακριβώς τον συνδυασμό που συνήθως λείπει από τις συζητήσεις για έλεγχο ενοικίων.

Τίποτα από αυτά δεν έχει κριθεί ακόμη στην πράξη· οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες και οι στόχοι είναι φιλόδοξοι. Το μάθημα δεν είναι ότι η Αθήνα πρέπει να αντιγράψει τη Νέα Υόρκη, αλλά ότι η απάντηση διατυπώθηκε με αριθμητικούς στόχους, χρονοδιάγραμμα και δεσμευμένη χρηματοδότηση όχι με τη γενική υπόσχεση ότι η αγορά θα ισορροπήσει.

Από τη στεγαστική στη δημογραφική κρίση

Η καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση δεν καθορίζει μόνο το πού κοιμάται ένας άνθρωπος. Καθορίζει την ιδιωτικότητά του, τη μορφή που παίρνουν οι προσωπικές του σχέσεις, τη δυνατότητά του να δεχτεί μια δουλειά σε άλλη πόλη.

Καθορίζει, τελικά, και το πότε ή αν θα κάνει παιδί.

Τα δημογραφικά στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Το 2024 στην Ελλάδα καταγράφηκαν 68.309 γεννήσεις έναντι 125.873 θανάτων. Η φυσική μείωση του πληθυσμού έφτασε τα 57.564 άτομα μέσα σε έναν χρόνο, ενώ το 2025 οι γεννήσεις σημείωσαν το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Μεταξύ 2011 και 2025, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά περίπου 715.000 ανθρώπους, όσο ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης.

Η στέγαση δεν είναι η μοναδική αιτία. Οι δημογράφοι επισημαίνουν σωστά ότι το φαινόμενο έχει βαθιές ρίζες: τη σύνθεση των ηλικιών, τα μορφωτικά και εργασιακά πρότυπα, τη θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας, τη γενικότερη ανασφάλεια. Είναι όμως δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι η αδυναμία δημιουργίας ανεξάρτητου νοικοκυριού δεν παίζει ρόλο, όταν η μέση ηλικία εξόδου από το πατρικό βρίσκεται στα 30,7 έτη — δηλαδή ακριβώς στο διάστημα κατά το οποίο, μια γενιά πριν, οι άνθρωποι έκαναν το πρώτο τους παιδί.

Ένα ζευγάρι που δεν μπορεί να νοικιάσει κατάλληλη κατοικία θα αναβάλει τη συγκατοίκηση. Έχοντας αναβάλει τη συγκατοίκηση, θα αναβάλλει τον γάμο. Έχοντας αναβάλει και τα δύο, θα βρεθεί να συζητά για παιδί στα 36 αντί στα 29, με ό,τι αυτό συνεπάγεται βιολογικά και οικονομικά.

Ζητάμε από τους νέους να δημιουργήσουν οικογένεια, όταν περισσότεροι από τους μισούς δεν έχουν ακόμη τη δυνατότητα να δημιουργήσουν το δικό τους νοικοκυριό. Καμία επιδοματική πολιτική για το δημογραφικό δεν πρόκειται να λειτουργήσει όσο το πρώτο σκαλοπάτι λείπει.

Τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά η Ελλάδα

Η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην επιδότηση της αγοράς κατοικίας. Τα χαμηλότοκα δάνεια βοηθούν όσους διαθέτουν σταθερό εισόδημα, πιστοληπτική ικανότητα και αρχική αποταμίευση. Δεν αποτελούν λύση για τον νέο που δεν μπορεί να συγκεντρώσει προκαταβολή.

Χρειάζεται αξιοποίηση δημόσιων και δημοτικών ακινήτων για κατοικίες νέων εργαζομένων, ζευγαριών και φοιτητών. Χρειάζεται πραγματική καταγραφή των κλειστών κατοικιών και ισχυρά κίνητρα για την επιστροφή τους στη μακροχρόνια μίσθωση. Χρειάζονται περισσότερες φοιτητικές εστίες, μικρές κατοικίες κοντά σε μέσα μεταφοράς και θέσεις εργασίας, σταθερότητα στις συμβάσεις ενοικίασης και στεγαστικά επιδόματα προσαρμοσμένα στις πραγματικές τιμές κάθε περιοχής.

Κυρίως, χρειάζονται μετρήσιμοι στόχοι: πόσες προσιτές κατοικίες, σε ποιες πόλεις, για ποιες εισοδηματικές κατηγορίες, μέχρι πότε και με ποιο ανώτατο κόστος για τον ενοικιαστή. Χωρίς αυτούς, η στεγαστική πολιτική παραμένει μια σειρά αποσπασματικών προγραμμάτων που διαχειρίζονται τις συνέπειες χωρίς να αλλάζουν τις αιτίες.

Με αυτά ακριβώς τα κριτήρια, μετρήσιμος στόχος, χρηματοδότηση, χρονοδιάγραμμα, μηχανισμός ελέγχου, αξίζει να κριθεί κάθε πρόταση που κατατίθεται σήμερα στη δημόσια συζήτηση, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται.

Μια πρόταση που συνδέει τη στέγαση με το συνολικό κόστος ζωής

Από τις προτάσεις που έχουν παρουσιαστεί, θεωρώ ότι μία από τις πιο ολοκληρωμένες ως προς τη σύνδεση του στεγαστικού με το συνολικό κόστος ζωής είναι εκείνη των Δημοκρατών – Προοδευτικό Κέντρο.

Ο λόγος είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη στέγαση ως απομονωμένο πρόβλημα. Ένας νέος δεν παραμένει στο πατρικό μόνο επειδή το ενοίκιο είναι ακριβό, αλλά επειδή μετά το ενοίκιο πρέπει να πληρώσει ρεύμα, τρόφιμα, μετακινήσεις και φόρους.

Μέσα από την πλατφόρμα «Stop Ακρίβεια – Επάρκεια και Προοπτική» παρουσιάζονται οκτώ μεταρρυθμίσεις με εκτιμώμενο οικονομικό αντίκτυπο ανά νοικοκυριό. Τρεις αφορούν άμεσα τα
παραπάνω.

  • Πρώτον, σταθερές και μακροχρόνιες μισθώσεις. Οι ιδιοκτήτες που προσφέρουν μισθωτήρια διάρκειας τριών έως πέντε ετών θα λαμβάνουν μείωση ΕΝΦΙΑ κατά 20% έως 30%. Παράλληλα, οι ετήσιες αυξήσεις ενοικίου δεν θα υπερβαίνουν τον πληθωρισμό ή το 2%, ενώ προβλέπεται αυξημένος ΕΝΦΙΑ σε ακίνητα που παραμένουν κλειστά για πάνω από έξι μήνες, με εξαιρέσεις.
  • Δεύτερον, 100 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς χρέωση τον μήνα ανά άτομο, αποκλειστικά για την πρώτη ή κύρια κατοικία, με εκτιμώμενο όφελος 50 έως 80 ευρώ μηνιαίως ανά νοικοκυριό και πηγές χρηματοδότησης τη φορολόγηση των υπερκερδών στην ενέργεια και την ανακατανομή υφιστάμενων επιδοτήσεων.
  • Τρίτον, ένα Κοινωνικό Παντοπωλείο Online, μια ψηφιακή αγορά που συνδέει απευθείας παραγωγούς και καταναλωτές, με τιμή που αποτελείται από την τιμή παραγωγού συν σταθερό κόστος διανομής και στοχευμένα κουπόνια για ευάλωτα νοικοκυριά.

 

Το παιδικό δωμάτιο δεν μπορεί να γίνει εθνική στεγαστική πολιτική

Η ελληνική οικογένεια κατάφερε για ακόμη μία φορά να προστατεύσει τα παιδιά της από τις συνέπειες μιας οικονομίας που δεν τους προσφέρει εύκολη διέξοδο. Το παιδικό δωμάτιο, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη στεγαστική πολιτική μιας χώρας.

Οι νέοι δεν χρειάζονται υποδείξεις να γίνουν περισσότερο υπεύθυνοι ή ανεξάρτητοι. Χρειάζονται μισθούς, διαθέσιμες κατοικίες και δημόσιες πολιτικές που να κάνουν την ανεξαρτησία οικονομικά εφικτή, πολιτικές που δεν θα αντιμετωπίζουν ξεχωριστά το ενοίκιο, το ρεύμα, τα τρόφιμα και τις μετακινήσεις.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί το 56,3% των νέων Ελλήνων εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του.

Είναι γιατί, στην Ελλάδα του 2026, η πόρτα προς την ανεξάρτητη ζωή παραμένει κλειδωμένη για περισσότερο από το μισό μιας ολόκληρης γενιάς.

Οι Δημοκράτες κατέθεσαν ένα σχέδιο με αριθμούς: ποιο μέτρο, με ποιο κόστος, με ποιο εκτιμώμενο όφελος ανά νοικοκυριό. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του, επειδή λέει κάτι συγκεκριμένο.

Αν κάποιο κόμμα διαθέτει καλύτερο σχέδιο, ας το παρουσιάσει και ας κριθεί δίπλα στα υπόλοιπα. Η σύγκριση θα ωφελήσει τους νέους ανθρώπους αυτής της χώρας περισσότερο από κάθε προεκλογική εξαγγελία.

Γιατί μια γενιά που δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό της δεν χρειάζεται άλλη μία συζήτηση για το ποιος νοιάζεται περισσότερο. Χρειάζεται αριθμούς, ημερομηνίες και κάποιον που να αναλαμβάνει την ευθύνη να τους τηρήσει.

Γιάννης Ιωάννου

 

Ο Γιάννης Ιωάννου είναι Senior Business Growth and Development Manager

σε αμερικανική εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Απάντηση