Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία δεν αναπτύσσεται πρωτίστως μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων ή της πραγματικής προστιθέμενης αξίας, αλλά —κατά κανόνα— μέσω της φορολόγησης της κατανάλωσης. Με απλά λόγια, η «ανάπτυξη» που επικαλείται η κυβέρνηση στηρίζεται κυρίως στους έμμεσους φόρους και όχι σε μια υγιή, βιώσιμη οικονομική βάση.
Καθώς οι τιμές στα βασικά αγαθά —τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα— εκτοξεύονται, οι πολίτες αναγκάζονται να πληρώνουν όλο και μεγαλύτερα ποσά σε Φ.Π.Α. Η ακρίβεια, αντί να αντιμετωπίζεται, μετατρέπεται σε δημοσιονομικό εργαλείο. Όσο ακριβαίνει το καλάθι της νοικοκυράς, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του κράτους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, όπου η κοινωνική πίεση βαφτίζεται «δημοσιονομική σταθερότητα».
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: το 40,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας προέρχεται από έμμεσους φόρους. Από αυτά, το 22,5% προέρχεται από τον Φ.Π.Α. και το 18,5% από ειδικούς φόρους κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνό και άλλα βασικά προϊόντα. Δηλαδή, σχεδόν τα μισά φορολογικά έσοδα του κράτους αντλούνται όχι από την οικονομική δραστηριότητα υψηλής αξίας, αλλά από την καθημερινή επιβίωση των πολιτών.
Αυτοί είναι, τελικά, οι πραγματικοί «στύλοι» της οικονομικής πολιτικής: όχι η καινοτομία, όχι η βιομηχανία, όχι η εξαγωγική δραστηριότητα, αλλά η διαρκής μεταφορά βάρους στους καταναλωτές και κυρίως στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επιτυχία τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών, αποκρύπτοντας ότι αυτή επιτυγχάνεται μέσω μιας σιωπηρής αναδιανομής από την κοινωνία προς το κράτος.
Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική. Και αποκαλύπτει ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν επενδύει στο μέλλον, αλλά εξαντλεί το παρόν. Μια οικονομία που «μεγαλώνει» επειδή όλα ακριβαίνουν, δεν αναπτύσσεται — απλώς φορολογεί την ανάγκη. Και όσο αυτή η στρατηγική βαφτίζεται επιτυχία, τόσο η πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας παραμένει ζητούμενο.
Κάντε το πρώτο σχόλιο